Η Φιλοσοφία μας

«Αρσανάς»: ο χώρος όπου οι καλόγεροι του Αγίου Όρους επισκεύαζαν τα πλοία τους. Πολλοί τον λένε και Ταρσανά.

Ο Μιχάλης Δεληθανάσης στην κουζίνα του Αρσανά

Ένας χώρος που για δεκαετίες δημιούργησε τον δικό του θρύλο, στολίζοντας τις θάλασσες της Χαλκιδικής και της Πελοποννήσου με μοναδικά ξύλινα ψαροκάικα.

Θυμάμαι τον Μπάρμπα Μήτσο τον Καμπούρη, τον «αρχιμάγειρα», τρομερό καραβομαραγκό και ηγετική φυσιογνωμία. Είχε σεφ τον Γιώργο, τον έναν υιό του, και πρώτο μάγειρα τον Γιάννη, «ακούραστο εργαλείο», σαν τους στρατηλάτες που έπαιρναν τη σημαία στη μάχη και οι στρατιώτες ακολουθούσαν από πίσω με ορμή.

Μεγάλη μπριγκάτα, και ποιοι δεν πέρασαν από το ναυπηγείο του Μπάρμπα Μήτσου: ο Νικήτας ο Κανάτας, ο Πόλυς ο Κασσανδρινός… Τους θυμάμαι σαν χθες να μου κάνουν καψώνια και να μου μαθαίνουν τα πρώτα βρομόλογα, ενώ καθάριζα πριονίδια (εννοείται για χαρτζιλίκι), ανυποψίαστος τελείως για το τι επρόκειτο να συμβεί.

Όλη μέρα, μαζί με τον αδερφό μου τον Γιώργο, τον σημερινό Γιάννη Καμπούρη, τριγυρνούσαμε από τον καταρράκτη στην κορδέλα, από την κορδέλα στην πλάνη, από την πλάνη στον τόρνο. Ακόμα έχω τη μυρωδιά του φουσκωμένου ξύλου χαραγμένη κάπου μέσα στον εγκέφαλό μου, όπως και τους ασταμάτητους ήχους των μηχανημάτων, που δούλευαν ως τις 12:30 το μεσημέρι.

Παύση. Ώρα για το καθιερωμένο διάλειμμα, το κολατσιό: ψωμί, ελιές, ντομάτα πραγματική, φέτα, πιπεράκια τουρσί, καμιά αντσούγια… στη ζούλα, και ένα ποτηράκι τσίπουρο, μόνο ένα, «για να μην κοπεί και κάνα δάχτυλο», για απολύμανση από το πριονίδι που ανάπνεαν όλη μέρα.

Ευρώπη μιλάμε.

Μεγάλοι χωρατατζήδες όλοι τους… ρεσιτάλ στο διάλειμμα, και τι δεν άκουγες, από κουτσομπολιά μέχρι τα καλύτερα ανέκδοτα. Συνήθως πικάντικα, γιατί ήταν πολύ μάτσο το σκηνικό και για γκόμενες μιλούσαν κυρίως.

Αν και ανδροκρατούμενο το περιβάλλον, η πιο εμβληματική μορφή ήταν η θεία Μαρία. Ειδικότητά της τα υποβρύχια (αυτά με το παγωμένο νερό και τη βανίλια) και ο ελληνικός καφές. Ετοίμαζε τον μεσημεριανό μεζέ για τον αρχιμάγειρα και τα δύο παιδιά της, και σήκωνε τους εργάτες όταν ξεχνιόνταν λιγάκι. Μισοχαψιά η θεία Μαρία, αλλά σαν έπαιρνε ανάποδες, κρυψ…

Θυμάμαι τα γλέντια μετά από λουκούλλεια γεύματα, με άφθονο τσίπουρο και μετά κρασί, κάθε φορά που γινόταν καθέλκυση σκαριού. Μουσική και χορός στην είσοδο του ναυπηγείου, δίπλα στη γέρικη ιτιά που κρεμόμουν για να κάνω τον Ταρζάν. Εκεί, στην είσοδο του σημερινού Αρσανά, έτρωγαν, έπιναν και γλεντούσαν ως αργά το βράδυ, χωρίς να ενοχλούν αλλά και χωρίς να ενοχλούνται από κανέναν.

Βλέπετε, ο τουρισμός δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνισή του, οπότε το θορυβώδες ναυπηγείο μπορούσε να βρυχάται μέχρι το 1992 περίπου, όταν έπεσε ο κεντρικός διακόπτης για πάντα…

Τουρισμός… Game Over.Αλλαγή ρότας, και Εστιατόριο Αρσανάς εγένετο το 1996

Κάπως έτσι μου ανατέθηκε να συνεχίσω τη θρυλική ιστορία του Μπάρμπα Μήτσου και των γιων του, αλλά λίγο πιο νόστιμα…

Ελάτε λοιπόν, μετά τον πρόλογο, στο κυρίως θέμα, και πάμε να αρμενίσουμε σε γεύσεις εμπνευσμένες από ταξίδια και έρωτες… Να ακούσουμε ωραίες μουσικές που θα μας φέρουν αναμνήσεις και δάκρυα, να δούμε ωραία ηλιοβασιλέματα, να χαλαρώσουμε και να αφήσουμε τον εαυτό μας να ψυχαγωγηθεί, γιατί πάνω απ’ όλα το εστιατόριο είναι ψυχαγωγία.

Κλείνω με μια ατάκα του Μεγαλύτερου των Μεγαλύτερων, του δασκάλου μου Τάσου Κεραμέα, που αν δεν ήταν αυτός, εγώ δεν θα ήμουν ο Αρσανάς.

«Πιο δύσκολο είναι να τρως παρά να μαγειρεύεις.»Τάσος Κεραμεάς, ο δάσκαλός μου

Μιχάλης Δεληθανάσης